Βιογραφικά

Μιχάλης Τζουγανάκης                                                             

«Κόκκινη κλωστή δεμένη…στην ανέμη τυλιγμένη….»

‘Έτσι ξεκινούν τα παραμύθια, έτσι ξεκινά καμιά φορά  και η ίδια η ζωή. Η ανέμη της ζωής του Μιχάλη Τζουγανάκη άρχισε να ξετυλίγεται  ένα  πρωί καλοκαιριού μακριά από την αγαπημένη του Κρήτη. Γεννήθηκε στο Βέλγιο, σε μια παλιά συνοικία μεταναστών, στην κωμόπολη Bergen, από μετανάστες γονείς  κι ήταν το όγδοο, κατά σειρά ,παιδί της οικογένειας.

Στις γειτονιές του Bergen o  Μιχάλης έκανε τα πρώτα του βήματα κι έπαιξε τα πρώτα του παιχνίδια, παρέα με τους φίλους του - κι αυτά παιδιά μεταναστών τα περισσότερα- , αφού στο Bergen ζούσαν  και συν-δημιουργούσαν πολλές φορές , Βέλγοι, Τούρκοι, Έλληνες,  Μαροκινοί, Πολωνοί, Αιγύπτιοι και Ιταλοί, μεταφέροντας μαζί τους το ιδιαίτερο χρώμα και άρωμα της πατρίδας τους, που αναδυόταν μέσα από την απλή καθημερινότητα τους , απ’ το λόγο τους , απ’ τη μουσική τους.

Αυτά τα…. χρώματα και τ’ αρώματα, οι ήχοι και οι μουσικές , δεν πέρναγαν απαρατήρητα απ’ τα μάτια  και τ’αυτιά του Μιχάλη, που τα κατέγραφε και τα συνδύαζε  με τα «προικιά» της δικής του πατρίδας και έμελλε αργότερα να επηρεάσουν  την τέχνη του.

‘Ήταν δεν ήταν δυο χρονών  ο Μιχάλης , όταν μια μέρα  τα μάτια του καρφώθηκαν στο λαούτο του μεγαλύτερου του αδελφού που κρεμόταν ψηλά στον τοίχο του δωματίου. Η επιμονή του να το κατεβάσουν από ‘κεί και να του το δώσουν απέδωσε καρπούς  κι οι μεγαλύτεροι της οικογένειας περίμεναν να δουν τι θα κάνει ο μικρός με το λαούτο που κόντευε να είναι μεγαλύτερο σε μπόι  από τον ίδιο. Μα ο Μιχάλης , επίμονος καθώς ήταν, βρήκε τρόπο να τα βολέψει τα πράγματα προς όφελός του. Γονατιστός επάνω στο κρεβάτι και στηρίζοντας το λαούτο με το πηγούνι του κατάφερε να το φέρει «στα μέτρα του» και να χτυπήσει τις χορδές …αυτό ήταν! Ο Μιχάλης  μαγεύτηκε και το λαούτο έγινε πλέον  το αγαπημένο του παιχνίδι.. Ώρες ατέλειωτες καθόταν  «γρατζουνώντας» το λαούτο γονατιστός στο κρεβάτι  και καθώς διέθετε μεγάλη επιμονή κι υπομονή όπως και ευφυΐα, τον τέταρτο κιόλας χρόνο της ζωής του, έπαιζε λαούτο και τραγουδούσε διασκεδάζοντας με τις παρέες και την οικογένειά του.

Είναι εννιά χρονών όταν η οικογένεια αποφασίζει να επιστρέψει στη γενέτειρα Κρήτη και συγκεκριμένα στα Χανιά. Εκεί  συνεχίζει το σχολείο και παράλληλα συμμετέχει σε διάφορες μουσικές εκδηλώσεις που έχουν σαν θέμα τους παραδοσιακούς χορούς και τα τραγούδια. Όπως ήταν φυσικό ο Μιχάλης ξεχώριζε απ’ τους υπόλοιπους μουσικούς γιατί ήταν  ένα μικρό παιδί-από πολλούς χαρακτηρίστηκε ως παιδί-θαύμα-  που έπαιζε το λαούτο τόσο μεστά και παθιασμένα  που τραβούσε την προσοχή όλων. Έτσι  σε πολύ μικρή ηλικία  ο Μιχάλης Τζουγανάκης  γνωρίζεται και συνεργάζεται  -επαγγελματικά πλέον- με μεγάλους μουσικούς της Κρήτης όπως τον Γιάννη Σεργάκη και τον Βασίλη Ζαχαριουδάκη.

Δεκατριών χρονών  τον ανακαλύπτει ο μεγάλος λυράρης Λεωνίδας Κλάδος  και ο Μιχάλης μπαίνει πρώτη φορά στο στούντιο  για να ηχογραφήσει  τραγούδια σε μουσική Λεωνίδα Κλάδου και στίχους δικούς του.

Για πέντε χρόνια ο Μιχάλης έχει την τύχη να  αποκομίσει τεράστια εμπειρία  δίπλα στο λυράρη Λεωνίδα Κλάδο, ενώ παράλληλα δίνει μαζί του συναυλίες  σε  Κρήτη και Αθήνα.

Και η πορεία συνεχίζεται.

Ο Κώστας Μουντάκης  αναγνωρίζοντας το σπάνιο ταλέντο του Μιχάλη τον παίρνει μαζί του για συναυλίες.  Χαρακτηριστική  του κλίματος που επικρατεί σ’ αυτές τις συναυλίες , είναι εκείνη που δόθηκε για το Πανεπιστήμιο Κρήτης το 1990 και αποτελεί μια από τις τελευταίες ηχογραφήσεις του σπουδαίου λυράρη.

Ο Μιχάλης όμως ανήσυχος καθώς είναι δε σταματά να εξελίσσεται ως μουσικός.

Απ΄ τα δεκαπέντε του χρόνια και μετά –παράλληλα με τις συναυλίες- μαθαίνει κι άλλα μουσικά όργανα-ούτι, σάζι, μπουλγαρί, μαντολίνο, λύρα –και στα δεκαεφτά του παίρνει μαθήματα τραγουδιού, κλασσικού και παραδοσιακού στο Εθνικό Ωδείο για δύο χρόνια.

Έχοντας γράψει ήδη δικά του τραγούδια από έντεκα χρονών, δεκαοχτάρης πια, φτιάχνει μια μπάντα  που αποτελείται από λαούτο, λύρα, κρουστά, κιθάρα, κόντρα μπάσο και βιολί και μ αυτή δίνει συναυλίες σε  όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό (Αμερική , Καναδά , Γερμανία , Βέλγιο) για την ελληνική ομογένεια ενώ παράλληλα συνεργάζεται εκεί και με ξένα συγκροτήματα.

Το 1997 γνωρίζεται με τον Νίκο Μαμαγκάκη  και  μαθητεύει κοντά του μελετώντας σύνθεση, φούγκα και αντίστιξη για  πέντε χρόνια, ενώ παράλληλα τους συνδέει στενή φιλία. Καρπός αυτής της φιλίας είναι «Τα τραγούδια της παλιάς πόλης» δισκογραφική δουλειά στην οποία ο Μιχάλης τραγουδά σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη και στίχους Γιώργου Καλομενόπουλου.

Το 1997 επίσης ο Μανόλης Λιδάκης συμπεριλαμβάνει στη δισκογραφική του δουλειά «Ο ήλιος του Γενάρη» ένα τραγούδι του Μιχάλη με τίτλο «Πάλι-πάλι»(τραγούδι που κυκλοφόρησε  το 1994 ο Μιχάλης Τζουγανάκης στην δισκογραφική του δουλειά «Αχτίδες» ) και γίνεται τεράστια επιτυχία.

Ακούγοντας κανείς το Μιχάλη να τραγουδάει και να παίζει, διαπιστώνει τις σημαντικές αλλαγές που έχει επιφέρει στο κρητικό παραδοσιακό τραγούδι. Οι μαντινάδες,  που είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος , όταν τραγουδιούνται απ’ το Μιχάλη δεν  έχουν τη μορφή της απαγγελίας  πλέον, όπως συμβαίνει στην παραδοσιακή τους μορφή αλλά γίνονται κανονικό τραγούδι, αφού ο Μιχάλης ενώνει 2 και 3 δεκαπεντασύλλαβους κάθε φορά  και  εμπλουτίζει τα παραδοσιακά τραγούδια με ήχους σύγχρονους από μουσικά όργανα όπως μπάσο, ηλεκτρική κιθάρα, πλήκτρα και τύμπανα προσθέτοντας στην αρμονία και μελωδία του τραγουδιού, χωρίς να αλλοιώνει το παραδοσιακό του στοιχείο.

Το ανατολίτικο χρώμα της φωνής του και το εύρος της μαζί με το πάθος του Μιχάλη όταν τραγουδά προσδίδουν μιαν άλλη αίσθηση, έναν άλλο ερμηνευτικό αέρα είτε αυτά είναι παραδοσιακά είτε είναι τραγούδια άλλης κατηγορίας.

Ο Μιχάλης Τζουγανάκης ξεκίνησε πολύ μικρός την  καλλιτεχνική του πορεία  και συνεχίζει ακόμα  να κάνει αυτό που αγάπησε από παιδί. Να παίζει και να τραγουδά

γυρίζοντας τον κόσμο με την μπάντα του, έχοντας πάντα  τα μάτια της ψυχής του

στραμμένα στη Κρήτη.